![]() |
| Το πέρασμα του φούρνου μετά την επέμβαση Φωτογραφία της Μαρίας Ιωάννου 1/5/2020 |
Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ
Σάββατο 20 Αυγούστου 2022
Ο τσιγγάνος μουσικός στην Αιτωλοακαρνανία
![]() |
| Ζυγιά στον σιδηροδρομικό σταθμό Σταμνάς πηγη φωτ. : Ομαδα fb Αιτωλίας και Ακαρνανίας στο πέρασμα του χρόνου |
Οι ‘’γύφτοι λαλητάδες‘’, αυτοί οι ‘’πλάστες οι μεγάλοι, που είναι τα έργα τους από ρυθμό κι από όνειρο’’, που έχουν τη μουσικότητα στα σπλάχνα τους, αποτέλεσαν και αποτελούν το βασικότερο και τον πιο σημαντικό παράγοντα, το ‘’προσάναμμα‘’ του κεφιού, σε κάθε γλέντι, σε κάθε χαροκόπι.
Οργανωμένοι σε ζυγιές ή κομπανίες γυρίζουν από πανηγύρι σε πανηγύρι, για να προσφέρουν τη διασκέδαση στους γλεντοκόπους και έχουν έναν, παράξενο θα λέγαμε, τρόπο να ‘’μυρίζονται‘’ τις κάθε λογής – λογής ξεφάντωσες, εμφανιζόμενοι ως ‘’από μηχανής θεός‘’ στους γάμους, στις βαφτίσεις και στα σπιτικά γλέντια.
Οι γύφτοι τη μουσική την έχουν από φυσικού τους. Δάσκαλος δεν τους χρειάζεται3 . Μαθαίνουν την τέχνη του οργάνου από πατέρα σε γιο κι από παππού σε εγγονό. ‘’Το όργανο είναι μεράκι της καρδιάς τους‘’4 . Άλλωστε, σε περιοχές ολόκληρες, η οργανική μουσική του τόπου βρισκόταν ανέκαθεν στα χέρια των Γύφτων.
Οι ντόπιοι, επηρεασμένοι από την αντίληψη ότι είναι νοικοκυραίοι δεν καταδέχονταν το επάγγελμα του οργανοπαίχτη, να πηγαί-νουν στα πανηγύρια, να στέκονται στη μέση του χορού και να τους κολλάνε οι άλλοι χωριανοί δεκάρες στο κούτελο όπως στους γύφτους, γιατί οι χορευτές, πάνω στο κέφι τους και τον ενθουσιασμό τους, για λόγους κυρίως επίδειξης, σάλιωναν τα νομίσματα και τα κολλούσαν στην ‘’μπάλα‘’, το μέτωπο του οργανοπαίχτη. Γι’ αυτό και η λέξη γύφτος έγινε συνώνυμη της λέξης οργανοπαίχτης και αυτός που κρατάει στα χέρια όργανο να λέγεται γύφτος. ‘’Ήρθαν οι γύφτοι‘’ σημαίνει ήρθαν τα όργανα.
Οι γύφτοι, με το οξύ μουσικό τους ένστικτο και το μεγάλο μουσικό τους πάθος, διακρίνονται για τον ωραίο ήχο τους και τη δεξιοτεχνία τους, ‘’που σου στραγγίζει το φυλλοκάρδι‘’5. Παρ’ όλη όμως τη δεξιοτεχνία τους, το αξιοσημείωτο είναι ότι ξέρουν τη θέση τους: παίζουν τη μουσική των τραγουδιών και χορών των διάφορων παραδόσεων κάνοντας αυτό που τους ζητάνε.
Παλιότερα οι οργανοπαίχτες αντιμετωπίζονταν από τους γλεντο-κόπους με αγένεια και πολλές φορές με απότομη συμπεριφορά όπως χαρακτηριστικά μας λένε και οι παρακάτω στίχοι:
‘’Βάρα, βρε γύφτε, δυνατά και φούσκωνε τα χείλια
μη σπάσω το ζουρνά.
Θέλω τραγούδι πηδητό, σα να μου παίζεις ζίλια
και το νταούλι να βαρεί μαζί διπλοβεργιά!6
Σήμερα όμως έχουν καλλίτερη μεταχείριση και κάποια προνόμια, έχουν ξέχωρη ύπαρξη।Στην Αιτωλοακαρνανία μεγάλα μουσικά κέντρα ήταν – και είναι – το Αγρίνιο, η Βόνιτσα, το Μεσολόγγι 7 και η Ναύπακτος 8, με ολόκληρους μαχαλάδες από γύφτους μουζικάντες।
Τα μουσικά σχήματα που έκαναν και κάνουν ακόμα έντονη την παρουσία τους στην περιοχή είναι η ζυγιά και η κομπανία.
Η λέξη ζυγιά σημαίνει ζευγάρι, συγκρότημα από δυο ή τρία κύρια όργανα.Είναι δηλαδή ένα ολιγοπρόσωπο λαϊκό συγκρότημα που απαρτίζεται από δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι 9. Ο γύφτος σχημάτιζε τη ζυγιά είτε από την δικιά του αποκλειστικά τη φαμίλια ή από τις γύφτικες φαμίλιες του δικού του ή των διπλανών χωριών 10.
Η ζυγιά είναι από τα πιο παλιότερα μουσικά σχήματα που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα και κρατήθηκε, ιδίως στην ύπαιθρο, ίσαμε το τέλος της βασιλείας του Όθωνα και αποτελούνταν απο-κλειστικά από γύφτους. Στην Αιτωλοακαρνανία και συγκεκριμένα στην Νότια Αιτωλία αντέχει μέχρι σήμερα με σημαντικά κέντρα της το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι.
Εδώ η ζυγιά άκμασε και διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας χάρη στα ιδιότυπα λαϊκά πανηγύρια, που μόνο εδώ συναντιούνται, με κορυφαία αυτό του Αη – Συμιού, την Πεντηκοστή στο Μεσολόγγι και της Αγι’ – Αγάθης, στις 23 Αυγούστου στο Αιτωλικό. Στα πανηγύρια αυτά, με τον εθνικοθρησκευτικό χαρακτήρα τους τον κυρίαρχο ρόλο τον έχει η ζυγιά και ο υπαίθριος χώρος τέλεσης αυτών, σε συνδυασμό με το συμβολικό περιεχόμενό τους, επιβάλλει τη χρήση οργάνων με οξείς και δυνατούς ήχους 11.
Οι πανηγυριστές οργανωμένοι σε παρέες αρματωμένων και κα-βαλαραίων, σύμφωνα με τα πρότυπα των κλέφτικων νταϊφάδων του ’21, ντύνονται τη λευκή φουστανέλα και αριαδιάζουν πάνω της με μια ορισμένη σειρά την ασημένια αρματωσιά, τα λεγόμενα άρματα. Η κάθε παρέα ‘’κλείνει‘’ για τις ανάγκες της διασκέδασής της και τη δικιά της ζυγιά.
Στη λαϊκή ορχήστρα της ζυγιάς τα όργανα είναι τρία: δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Απ’ τους δυο ζουρνάδες μοναχά ο ένας παίζει τη μελωδία και ο γύφτος οργανοπαίχτης λέγεται ‘’μάστορας ή πριμαδόρος‘’. Αυτός είναι και ο αρχηγός της ζυγιάς. Ο άλλος ζουρνάς κρατάει απλώς το ίσο, δηλαδή το μπάσο και για τούτο ο παίχτης λέγεται μπασαδόρος.
Ο ζουρνάς, από τα αρχαία ακόμα χρόνια, υπήρξε ο πρωταγωνι-στής σε όλα τα πανηγύρια καθώς μόνο αυτός είχε τη δύναμη να γεμίζει με τους ήχους τον υπαίθριο χώρο των συγκεντρώσεων. Μέσα από τους ζουρνάδες φαίνεται ότι πέρασαν και σμιλεύτηκαν οι σκοποί της δημοτικής μας μουσικής ενός μεγάλου κομματιού του Ελλαδικού χώρου 12.
Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον αρχαίο ελληνικό αυλό, όρ-γανο με διπλό καλάμι (γλωσσίδι). Στην περιοχή του Μεσολογγίου ο-νομάζεται και καλάμι και φτιάχνεται στο μέγεθος των 20 εκ. από διάφορα ξύλα ή από κόκαλα μεγάλων πτηνών. Με τον οξύ και δυ-νατό του ήχο ο ζουρνάς συνδυάζει τη γλυκύτητα με την αγριότητα.
Ο γύφτος οργανοπαίχτης θα φτιάξει μόνος του το ζουρνά. Αφού ετοιμάσει το σωλήνα του οργάνου και φτιάξει και το στόμιό του, θα τοποθετήσει ύστερα τις τρύπες για τα δάχτυλα. Οι τρύπες θα ανοι-χτούν με βάση τούτη την αντίληψη: να πέφτουν άνετα και βολικά τα δάχτυλά του. Το αν θα είναι κουρντισμένο ή όχι το όργανο, ούτε το σκέφτεται ούτε τον ενδιαφέρει. Θα το κουρντίσει την ώρα που παίζει. Θα κανονίσει έτσι το φύσημά του και τα πιασίματα που κάνει, ώστε να βγάλει τις φωνές που θέλει 13.
Το παίξιμο του ζουρνά αποτελεί για τον γύφτο μια επίπονη προσπάθεια. Για να μπορέσει ο ήχος να βγαίνει συνεχής πρέπει αυτός να γνωρίζει πολύ καλά την καταπληκτική τεχνική της ‘’κυκλι-κής αναπνοής‘’. Ενώ παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα από τη μύτη αέρα και τον αποθηκεύει στη στοματική κοιλότητα. Τα μάγουλά του φου-σκώνουν από το πολύ φύσημα, τα μάτια γουρλώνουν και πετάγονται έξω και το πρόσωπό του γεμίζει ιδρώτα, εικόνα που πολύ παραστα-τικά μας τη δίνει ο Παλαμάς στο ‘’Δωδεκάλογο του Γύφτου‘’14.
κι είδα το πρόσωπο του γύφτου λαλητή
αλλασμένο και ωγκωμένο και πλατύ
και πανάθλιο κι από την ασκήμια
κι ήτανε λάχνιασμα και αγώνας
και άμοιαστη φοβέρα‘’.
Όργανο αχώριστο της ζυγιάς είναι και το νταούλι. Είναι αυτό που συνοδεύει του δυο ζουρνάδες και δίνει ξεχωριστό τόνο στο λαϊκό γλέντι. Για να ταιριάζει ο ήχος του με τον οξύ ήχο των μικρών ζουρνάδων κατασκευάζεται και αυτό μικρό. Λόγω του ξηρού όμως ήχου που παράγει λέγεται και τσοκάνι.
Δυο είναι τα χτυπήματα που κάνει ο νταουλιέρης: η διπλο-βεργιά στα γρήγορα τσάμικα και η κυριαρχία του νταουλόξυλου στα αργά. Μερικές φορές πάνω στο χορό σταματούν οι ζουρνάδες και παίζει μόνο του το νταούλι στον ίδιο ρυθμό. Είναι το λεγόμενο ξεροντάουλο.
Στα πανηγύρια των αρματωμένων οι γύφτοι μουζικάντες έχουν ένα δικό τους τρόπο για το ξεκίνημα του γλεντιού. Όλη τους η προσπάθεια επικεντρώνεται στο πως θα ξεσηκώσουν – μερακλώσουν τους πανηγυριστές, για να αποσπάσουν από αυτούς όσο το δυνατόν περισσότερα κεράσματα.
Αρχίζουν το γλέντι παίζοντας το εμβατήριο των αρματωμένων. Στη συνέχεια παίζουν ένα γρήγορο ταξίμι και το ‘’γυρίζουν’’ στο Καραβλάχικο, μια μελωδία που παίζεται στα ‘’έξι δάχτυλα‘’, για να περάσουν στη συνέχεια στη Γαλάτα, μουσικό κομμάτι αρκετά δύ-σκολο γιατί παίζεται στα ‘’τρία δάχτυλα‘’. Μπορεί ακόμα να παιχτεί και το Ράστ, ταξίμι μερακλίδικο.
Παίχτες της ζυγιάς, που με το παίξιμό τους στα τοπικά γλέντια άφησαν εποχή ήταν οι Ποδολοβιτσάνοι και οι Μεσολογγίτες γύφτοι.
Τέτοιοι ήταν: οι μάστοροι ζουρνατζήδες: Χρήστος Καραγιάννης, Ασημάκης Καραγιάννης, Νικόλαος Κουμπούρας, Κων/νος Σαλέας, Κων/νος Αριστόπουλος ή Κακαρούκας, Κων/νος Καραγιάννης και Ασημάκης Μπέκος, οι μπασαδόροι : Γεώργιος Σαλέας, Κων/νος Πα-νόπουλος, Δημοσθένης Μπέκος και οι νταουλιέρηδες Γιάννης Πα-νόπουλος, Μένιος Κούτρας, Γιάννης Ντόβας και ο Ασημάκης Κού-τρας.
Κορυφαίοι σήμερα μάστοροι περιζήτητοι στα τοπικά πανηγύρια είναι: ο Απόστολος Μπέκος ή Καλός, ο Γιάννης Μπέκος και ο Ηλίας Αριστόπουλος ή Κακαρούκας. Ανέφερα τελευταίο τον Αριστόπουλο γιατί προσωπικά τον θεωρώ ως τον καλλίτερο μάστορα του ζουρνά σήμερα στην Αιτωλοακαρνανία.
Η σύγχρονη όμως μουσική εξέλιξη έκανε τους ανθρώπους να μην ανέχονται πια, τον εκκωφαντικό ήχο του ζουρνά γι’ αυτό κι οι γύφτοι άφησαν τα παλιά όργανα κι έμαθαν να παίζουν βιολιά. Η παραδοσιακή ζυγιά έδωσε τη θέση της σε ένα πιο εξελιγμένο μου-σικό σχήμα, που αρχικά κράτησε το παλιό όνομα ‘’ζυγιά‘’ και απο-τελούνταν από νάγια, ένα – δυο βιολιά και από ένα μικρό ντέφι. Στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα η σύνθεση της ζυγιάς αλλάζει, σχηματίζοντας έτσι την κουμπανία από βιολί, λαούτο και κλαρίνο. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, προστέθηκε σ’ αυτά και το σαντούρι 15/strong>.
Η κουμπανία είναι παρέα, ένας συνεταιρισμός, μια συντροφιά από διάφορα πρόσωπα που παίζουν μουσική. Τα όργανα της είναι όλα όργανα εξελιγμένα. Κουρντίζουν πάνω στις ευρωπαϊκές κλίμακες και έχουν ήχο μαλακό και ευέλικτο 16. Οι οργανοπαίχτες ήταν συνήθως από το ίδιο χωριό ή και συγγενείς αναμεταξύ τους. Συχνά όμως την αποτελούσαν και οργανοπαίχτες από γειτονικά χωριά. Αυτοί παλαιότερα δεν ήταν επαγγελματίες οργανοπαίχτες. Είχε ο καθένας τις δουλειές τους. Όταν επρόκειτο να γίνει γάμος, αρραβώνες ή σε μέρες γιορτερές, τοπικά πανηγύρια παρατάγανε τις δουλειές τους και συγκροτούσαν την κουμπανία.
Κάποια στιγμή δίπλα στις γύφτικες κουμπανίες άρχισαν να σχηματίζονται και κουμπανίες από ντόπιους οργανοπαίχτες. Η μετα-βολή αυτή σημειώθηκε κυρίως όταν η λαϊκή ορχήστρα άρχισε να εμπλουτίζεται με το βιολί και το κλαρίνο. Με την εξομοίωση όμως που είχε ο γύφτος με τον υπόλοιπο πληθυσμό του χωριού η μεικτή κουμπανία από γύφτους και ντόπιους δεν ήταν σπάνιο πράγμα.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κουμπανία τον έχει το κλαρίνο.
Στην Αιτωλοακαρνανία και συγκεκριμένα στο Αγρίνιο και το Μεσολόγγι το κλαρίνο πρωτοεμφανίζεται στη λαϊκή ορχήστρα γύρω στα 1890. Εδώ όμως η αντικατάσταση των μουσικών ήχων δεν έγινε τόσο εύκολα. Παρ’ όλο που τα νάγια ήταν ‘’να τ’ ακούς και να πεθαίνεις απ’ τη γλύκα‘’, το κλαρίνο πάλεψε με τη χοντρή φωνή του ζουρνά για να μπορέσει να επικρατήσει. Τη ‘’μάχη‘’ των δυο αυτών οργάνων ο κλαριτζής Κώστας Καραγιάννης την έδωσε με λίγα απλά λόγια: το κλαρίνο στην αρχή δεν το ήθελαν οι χωριανοί. Η καραμούζα είχε νταούλι και βάραγε, ενώ το κλαρίνο είχε λαούτο και δεν ακουγόταν. Οι πιο πλούσιοι παίρνανε κλαρίνα, οι πιο φτωχοί καραμούζα. Πάντως παραμεράγανε ο κόσμος για τα λεφτά. Το κλαρίνο ήταν το πιο ακριβό, η καραμούζα πιο φτηνή. Λίγο – λίγο, όμως η καραμούζα έφυγε από τον κόσμο’’17.
Στην περιοχή του Μεσολογγίου, στα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, μπορούσε κανείς να συναντήσει και τα τρία μουσικά συγκρο-τήματα που αναφέραμε. Έχουμε δηλαδή τρία στάδια μουσικής εξέλιξης και ιστορίας το ένα δίπλα στο άλλο 18 .
Την περιοχή σηματοδοτεί από το 1892 η καλλιτεχνική πορεία και δράση του διάσημου Τουρκαλβανού κλαριντζή Νικολάκη Σου-λεϊμάνη (1848 – 1921). Ο Σουλεϊμάνης, αν και καταγόταν από το Λεσκοβίκι, γεννήθηκε στον Αλμυρό του Βόλου κι εγκαταστάθηκε μό-νιμα στη Δυτική Ρούμελη, όπου και παντρεύτηκε. Το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του το πέρασε στην Ήπειρο, στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι και στο Μοριά.
Μερακλής και γλεντιστής, απ’ όπου πέρασε ο Σουλεϊμάνης άφησε εποχή. Άφησε πολλούς και καλούς μαθητές και άπειρους θαυμαστές. Όργωσε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε περιοχή, δεν έμεινε καφέ – αμάν που να μην έπαιξε 19 .
Την ίδια περίπου εποχή ο Γιάννος Μόσχος ή Φουσκομπούκας (1845 – 1925) από τη Βόνιτσα, που έπαιζε νάι γύρω στα 1870 – 1875, παράτησε το νάι και πήρε κλαρίνο, ένα ‘’κλαρίνο άσπρο και μεγάλο‘’. Ο γιος του ο Κώστας (1878 – 1952), που γεννήθηκε στο Αιτωλικό, έμαθε κλαρίνο από πολύ μικρός. Έξι – εφτά χρονών ήταν που άρχισε και στα οχτώ του βγήκε να παίξει σε γάμο. Στο καφενείο του Κουζέλη στο Μεσολόγγι, που ήταν καφέ – αμάν έπαιξε πολλά χρόνια μαζί με τον Σουλεϊμάνη. Από τα δέκα παιδιά του όργανο παίζουν ο Χρήστος, βιολί και σαντούρι, και ο Αριστείδης, σαντούρι.
Μετά το θάνατο του Σουλεϊμάνη και του Φουσκομπούκα το καλλίτερο κλαρίνο της περιοχής ήταν ο μαθητής του Σουλεϊμάνη, ο Χαράλαμπος Μαριέλης 20 .
Μεγάλος επίσης κλαρινίστας, περιζήτητος στο Ξηρόμερο, το Βάλτο, το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι ήταν, παλιότερα, και ο Νίκος Τζάρας (1892 – 1942). Ο Νίκος Τζάρας σε ηλικία 15 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Βόνιτσα, για να περάσει στη συνέχεια στην Πρέβεζα. Έμαθε να παίζει κλαρίνο από τον πατέρα του. Το όνομά του άρχισε να γίνεται ευρύτατα γνωστό μετά το 1925. Μαθητής του ήταν ο Βασίλης Μπεσίρης ή Τουρκοβασίλης.
Στην περιοχή έπαιξαν σε πανηγύρια και γάμους και οι τελευ-ταίοι μεγάλοι οργανοπαίχτες από τις σκλήθρες των Χαλακαίων, από τα Γιάννενα και των Σουκαίων από την Άρτα.
Σήμερα η Αιτωλοακαρνανία έχει να επιδείξει πολλούς σπουδαίους τσιγγάνους λαϊκούς οργανοπαίχτες, γνωστούς για το παίξιμό τους και πέρα από τα όρια του νομού.
Γνωστοί στο πανελλήνιο είναι οι κλαριτζήδες Νίκος, Γιώργος και Γιάννης Βασιλόπουλος και ο Κώστας Αριστόπουλος, οι οποίοι παίζουν σε παραδοσιακά καταστήματα των Αθηνών.
Οργανοπαίχτες που παίζουν σήμερα ‘’καλό‘’ κλαρίνο στα πανη-γύρια και τους γάμους είναι: ο Ηλίας Αριστόπουλος, ο Θύμιος Αρι-στόπουλος, τα παιδιά του Κώστας, Γεράσιμος και Γιώργος, ο Βαγγέ-λης Κοκκώνης και Νίκος θεοδωρόπουλος 21 .
Τους σκοπούς της πλούσιας λαϊκής μας μουσικής παράδοσης, ανάμεικτους με τα κουδούνια των κοπαδιών, τους γρύλους, το κε-λάρυσμα του ρυακιού, τ’ αηδονολάλημα, τον αχό της θάλασσας, μας τους φυλάξανε οι λαϊκοί –γύφτοι και μη – οργανοπαίχτες. Εκείνοι με το πάθος και την αγάπη τους διασώσανε και δίνουν την φλόγα της παράδοσης από γενιά σε γενιά, σαν παρακαταθήκη.
Η ομορφιά των δημοτικών μας τραγουδιών, η διατήρησή τους και το αναφρεσκάρισμα είναι βέβαια έργο του λαού αλλά με απα-ραίτητο συνεργάτη το γύφτο οργανοπαίχτη. Ο λαός τα εμπνεύστηκε, τα δημιούργησε, οι γύφτοι όμως τα φορμάρισαν, τα μορφοποίησαν και τα διατήρησαν ατόφια και ολοζώντανα 22 .
Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες με το κλαρίνο, το βιολί, το σαντούρι, το νταούλι, το ζουρνά, το λαούτο, τη φλογέρα, δεν άφησαν τη δη-μοτική μουσική να ξεχαστεί και να ξεφτίσει. Στάθηκαν και στέκονται αιμοδότες της γνήσιας μουσικής παράδοσης και δένουν άρρηκτα το χθες με το σήμερα. Πολλοί από αυτούς, που μίλησαν γνήσια κι ανόθευτα στην ψυχή του λαού, αναδείχτηκαν, δοξάστηκαν, αγαπήθηκαν, πέρασαν τα όνομά τους πάνω από τη λησμονιά 23 .
Κ’ ήρθαν κ’ οι πλάστες οι μεγάλοι
που είναι τα έργα τους από ήχο
κ’ από ρυθμό κ’ απ’ όνειρο είναι
κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι λαλητάδες
…………………………………………………….
κ’ ήρθαν κ’ οι γύφτοι μουσικοί 24 .
Σημειώσεις
1. Κωστή Παλαμά, ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Λόγος Ζ΄, Αθήναι 1950, σελ. 117.
2. Ό.π.
3. Κομζιάς Γεώργιος (1999), ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγάθης ‘’, σελ. 111, Ασημακόπουλος , Μεσολόγγι
4. Βιργινία Φουσκουμπούκα. Από το βιβλίο της Δέσποινας Μαζαράκη ‘’Το λαϊκό καλρίνο στην Ελλάδα‘’
5. ό,π. Δέσποινα Μαζαράκη
6. Λαλαπάνος Θωμάς, από το βιβλίο του Κ. Σ. Κώνστα
7. Μαζαράκη Δέσποινα (1984), ‘’Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα‘’, σελ. 33, Β΄ έκδοση, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα
8. Γιαννακόπουλος Τάκης (1979), ‘’οι Γύφτοι και το Δημοτικό μας τρα-γούδι ‘’,σελ. 14, ‘’ΑΤΕΡΜΩΝ‘’, Αθήναι
9. ό.π. Κομζιάς Γεώργιος
10. ό.π. Γιανακόπουλος Τάκης
11. ό.π. Κομζιάς Γεώργιος, σελ. 117
12. Παπαδάκης Γεώργιος (1999), ‘Όργανα και οργανοπαίχτες ‘’, Αρχείο Ρα-διοφώνου
13. Μαζαράκη Δέσποινα, σελ. 18.
14. Κ.Σ. Κ.ωνστας, Βλέπε και Γ.χ. Κομζιάς ‘’Το πανηγύρι της Αγι’ – Αγά-θης‘’, σελ. 123 – 124.
15. Δεσποινα Μαζαράκη , σελ. 21.
16. Δεσποινα Μαζαράκη , σελ. 21
17. Κ.Σ. Κώνστας, σελ. 358.
18. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 37.
19. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 36
20. Δέσποινα Μαζαράκη, σελ. 34
21. Ηλίας Αριστόπουλος, Αγρίνιο λαϊκός οργανοπαίχτης
22. Γιαννακόπουλος Τάκης, Βλέπε και Γ.Χ.Κομζιάς, σελ. 114.
23. Μιχάλης Τσώνης, ‘’Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες‘’, περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ, 1977 – 78.
24. Κωστής Παλαμάς.
Γεώργιος Κομζιάς
Δάσκαλος, Λαογράφος, Συγγραφέας, Ερευνητής και Δάσκαλος Παραδοσιακών Χορών
radioaetos.com
Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022
ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ
Τα χαρίσματα ήταν έθιμο της λαϊκής μας παράδοσης και είχε σχέση με το χτίσιμο του σπιτιού .Το χτίσιμο ξεκινούσε με θυσία του κόκορα στα θεμέλια του σπιτιού και έκλεινε με τον αγιασμό όταν ήταν έτοιμο για να μπει η οικογένεια μέσα.
Ενδιάμεσα αυτών των δυο και όταν το σπίτι έφτανε στη σκεπή και πριν την τοποθέτηση των κεραμιδιών, ήταν τα χαρίσματα (δώρα) για τους μαστόρους . Το έθιμο είναι πολύ παλιό και απαντάτε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας . Αναφέρεται ακόμη και στην εποχή του Βυζαντίου. Το μετέφεραν τα μπουλούκια . Τα μπουλούκια αποτελούνταν όχι μόνο από τους χτίστες αλλά και από τους νταμαδόρους , που έβγαζαν την πέτρα ,τους πελεκυτές της πέτρας , τους μεταφορείς με τα μουλάρια τους , τα μαχτήδια κ.α. , Αν ο νοικοκύρης ήταν τσιγκούνης και δεν έδινε δώρα ή δεν τους κερνούσε τσίπουρο , ρακή ή κρασί ,τον περνούσαν από γενεές δεκατέσσερεις με βρισιές και σχόλια , που δεν καταλάβαινε γιατί μιλούσαν τη δική τους γλώσσα , τη μαστορική .
Ο πρωτομάστορας έστεινε έναν ξύλινο σταυρό προς την ανατολή και ένα ξύλινο φλάμπουρο πάνω στο οποίο κρεμούσε τα δώρα των νοικοκυρέων , των συγγενών και των γειτόνων του χωριού . Ήταν συνήθως μαντήλια απαραίτητα στο σκούπισμα του ιδρώτα των χτιστών.
Ο πρωτομάστορας φώναζε από ψηλά να ακουστεί σε όλο το χωριό το όνομα του δωρητή και διάφορα παινέματα για το δώρο .
Στην περιοχή του Χρυσοβεργίου υπήρχε στα χείλη των παλιών η φράση ,για κάποιον που φώναζε δυνατά , τι φωνάζει έτσι αυτός τα χαρίσματα λέει !
Στην πορεία πήρε άλλες μόρφες . Στο χτίσιμο του δημοτικού σχολείου την δεκαετία του τριάντα ,οι γυναίκες του χωριού , εκ περιτροπής, μαγείρευαν για τους μαστόρους . Ένα είδος προσφοράς δηλαδή σχετικό με τα χαρίσματα .Το έθιμο υπήρχε και στην ευρύτερη περιοχή του Μεσολογγίου για το οποίο ο Κ. Παλαμάς έχει γράψει και το
σχετικό ποίημα .
Κείμενο βασιμένο σε άρθρο του Κώνστα
φώτο από διαδύκτιο
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020
ΤΟ ΚΑΣΤΕΛΛΙ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ
![]() |
| Ίχνη της θεμελίωσης του καστελλιού |
Ο Μαυροκορδάτος για να εξασφάλιση τον εφοδιασμό του Αιτωλικού με νερό σκέφτηκε να κατασκευάσει οχυρωματικό έργο στο σημείο της υδροληψίας στην Έξω Χώρα .
Λόγω έλλειψης χρημάτων και μέσων το έργο έμεινε ημιτελές .
Οι ελληνικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την ιδέα να αντιμετωπίσουν
τις δυνάμεις του Ρεζίτ Πασά στην Γουριά , όταν περνούσαν τον Αχελώο , καθ’ ότι ήταν
περίπου σαράντα χιλιάδες στρατός έναντι χιλίων, και αποσύρθηκαν στο Αιτωλικό .
Στο ημιτελές αυτό οχυρό
μετά από σύσκεψη των οπλαρχηγών αποφασίστηκε να αντιμετωπίσουν την
κάθοδο των εχθρών που αναγκαστικά θα περνούσαν από το σημείο
Το οχυρό είχε τριγωνική μορφή και περιβάλλονταν από τάφρο
και είχε τρεις θέσεις για κανόνια . Πολύ μικρό για να χωρέσει τα τριακόσια άτομα
του στρατιωτικού σώματος του βρίσκονταν στο Αιτωλικό . Αποφασίστηκε να χωριστούν
σε ομάδες οι οποίες εκ περιτροπής θα φρουρούσαν το σημείο και όσοι δεν είχαν υπηρεσία
να μένουν στο Αιτωλικό για να ξεκουράζονται.
Στις 15 Απριλίου ήρθαν τρία κανόνια από το Μεσολόγγι και ενώ
προσπαθούσαν να τα τοποθετήσουν στο οχυρό , φάνηκε εχθρική δύναμη ιππικού με πεζούς
και φορτηγά ζώα που μετέφεραν τον εξοπλισμό του στρατιωτικού σώματος. Το πεζικό
κατέλαβε το ύψωμα πάνω από την πηγή του Κεφαλοβρύσου για να ελέγχει τον δρόμο
και το ιππικό με το πυροβολικό προχώρησε να περάσει το στενό πέρασμα . Η παρεμπόδιση
δεν ήταν επαρκής διότι τα κανόνια ήταν σχεδιασμένα για προμαχώνες και όχι για
τον κάμπο , όπως γράφει ο Σπυρομίλιος .
Την άλλη μέρα φάνηκε άλλη εχθρική δύναμη , μικρότερη , την
οποία οι υπερασπιστές του καστελλιού εκτίμησαν πως μπορούν να αντιμετωπίσουν. Βγήκαν
και τους περίμεναν στο σημείο που το πέρασμα ήταν στενό και έδωσαν μάχη οπού σκοτώθηκε
ο επικεφαλής πασάς .Υποχώρησαν τελικά με αρκετά λάφυρα πάλι στο οχυρό.
Ο δάσκαλος Στούμπος που υπηρετούσε στο Κεφαλόβρυσο το 1953 –
54 γνώριζε την θέση του καστελλιού και
πάντα πήγαινε τους μαθητές εκδρομή για να δουν την ντάπια όπως την έλεγε και τα
ρύζια που ήταν σπαρμένα στην Έξω Χώρα . Στο σημείο υπάρχει τσιμεντένια βάση επί
της οποίας ο Νίκος Βαγενάς τοποθετούσε μια αντλιτική μηχανή για το πότισμα του
ρυζιού .
Το 1965-66 η περιοχή μοιράστηκε σε ακτήμονες χωρίς καμιά
πρόνοια η περιοχή να μείνει εκτός διανομής και το 1982 διάφορες χωματουργικές εργασίες
μπάζωσαν μεγάλος μέρος της τάφρου που περιέβαλε το καστέλλι .
Σήμερα υπάρχει μόνο ένα μικρό μέρος της θεμελίωσης του
καστελλιού όπως το έλεγε ο Σπυρομίλιος ή της ντάπιας όπως την έλεγε ο δάσκαλος Στούμπος
.
Υ.Γ. Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο το Μεσολόγγι
1825 -1826 του Σπυρουμίλιου και τον Ψαθά
Δημήτριο κάτοικο Κεφαλοβρύσου μαζί με τον οποίο επισκέφθηκα το σημείο .
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019
Εγγειοβελτιωτικά έργα περιοχής κάτω Αχελώου
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ (Το αρχαιότερο παραμύθι της Αιτωλίας )
Ενα παραμύθι που κατέγραψε ο αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Ρωμαίος το 1914 στο Κεφαλόβρυσο Αιτωλίας οχι μακρυά από την Καλυδώνα και έδωσε στον Ι.Θ. Κακριδή . Προφανώς πρόκειται για το Κεφαλόβρυσο Αιτωλικού.
''Μιά
μάνα ἔκανε πολλά παιδιά ,ἄλλα δέν τής ἔζηγαν . Ἔκαμε πολλά παιδιά ἄλλα τόμου
γενούνταν τά παιδιά , σέ λίγο πέθαιναν. Ἔρχουνταν, βλέπεις , οι Μοῖρες
καί τά’παιρναν . Ἠ κακομοίρα αὐτήνη δέν ἤξερε τί νά κάμει . Κίνησε
φορτώνενη πίσω , γιά νά κάμει καί τό τελευταῖο
.Χλίβονταν κι ἔλεγε :Απο το βιβλιο του Ι.Θ. ΚΑΚΡΙΔΗ
''ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ''
Εκδοση του Μορφωτικου Ιδρυματος της Εθνικης Τραπεζας
Τρίτη 16 Ιουλίου 2019
Γράφει ο Γάλλος περιηγητής M. Raoul de Malherde για την κλεισουρα
Έψαξα τους ξένους περιηγητές που πέρασαν από εδώ να δω τι έγραψαν και βρήκα μια σημαντική μαρτυρία .
Γράφει ο Γάλλος περιηγητής M. Raoul de Malherde που διέβη το φαράγγι το 1834 (Βιβλίο :Η Αιτωλοακαρνανία με τα μάτια των περιηγητών Ευθύμιος Α .Πριόβολος σελ.185 )
''Στην έξοδο του στενού δεξιά ήταν τα ερείπια δυο πύργων που φύλαγαν κάποτε το πέρασμα ''
Ποιάς όμως εποχής ήταν αυτοί οι πύργοι ; Επίσης η μαρτυρία μας λέγει πως ήταν στο δεξιό μέρος του δρόμου .Μήπως ο δεύτερος πύργος είναι η Καζάρμα ;Πάντως από την λιθοδομή τους δεν μοιάζουν να είναι της ίδιας εποχής .
Υ.Γ. Σύμφωνα με μαρτυρίες αν δεν είχε επέμβει η αρχαιολογία ούτε ο πύργος της Καζάρμας θα υπήρχε σήμερα , καθ΄οτι οι κάτοικοι για να χτίσουν τα σπίτια τους ξήλωναν τις λαξευμένες πέτρες.
Ίσως έτσι να χάθηκε και ο πύργος της φωτογραφίας !
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018
Χρυσοβέργι 1987 - Μέρος 2
Οι άνθρωποι αλλάζουνε ! Μεγαλώνουν ! Ο πολιτισμός τους προχωράει και καλό είναι στο διάβα τους να κοιτάζουν και προς τα πίσω .
Ακολουθούν τον δρόμο της πολυπόθητης θέωσης ,για συνεχίζουν το στρατί της βαρβαρότητας ;
Ένα ντοκουμέντο επιβεβαίωση του δημώδους άσματος ''Τουτη γης που την πατουμε ολοι μεσα θε να μπουμε ''
Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017
Η ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΟ ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΙ
Συναισθανόμενος την πορεία του αργαλειού μέσα στο χρόνο ο μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος και κατά κόσμον Νικόλαος Ψαριανός, εξαίρετος λογοτέχνης-ποιητής, συνέθεσε το 1937, το παρακάτω ποίημα για τον αργαλειό, το οποίο φαντάζει αρκετά προφητικό. Ας το χαρούμε:
Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017
Λάμπρος Βούρτσας με βιολάκι ...
| Ο Βούρτσας με τον Σκούρτα |
Λάμπρο Βούρτσα μου Λεβέντη / Δεν σε χώρεσε η Κρέντη
τραγουδούσε ο Ζορμπάς της Κρεντης με το βιολί του στα καφενεία και τα ταβερνεία του χωριού
Το βασικό του στέκι ήταν το ''Κολωνακι''. Μετά το τρίτο ,τέταρτο κατρούτσο άρχιζε να ξεδιπλώνει το μουσικό του ταλέντο
Λάμπρος Βούρτσας με βιολάκι / Τραγουδάει στο Κολωνάκι
Και όσο προχωρούσε η ώρα και προχωρούσε και το μεθύσι έβγαζε και τα εσώψυχα του
Λάμπρο Βούρτσα είναι κρίμα / Τρεις γυναίκες να χεις θύμα
Μια μέρα μετά το πέρας της κρασοκατάνυξης πέρασε τη γέφυρα του Κόμματά και γραμμή για το Σκουρτέικο.Λίγο πιο κει από το πέρασμά του ήταν δεμένος και νυχτοβοσκούσε ο γάιδαρος του Ρούμπα .Φύσαγε τις μύτες του το γαϊδουράκι και ο Λάμπρος νόμισε πως κάποιος τον κυνηγά .Γέμισε τις τσέπες του με πέτρες και κάθε τόσο έριχνε και από μια στο δεμένο γάιδαρο .Όταν έφτασε στο σπίτι άδειασε τις τσέπες του , ακούμπησε τις πέτρες στο πρεβάζι του παραθύρου μονολογόντας .
Θα μ' κάνεις έμενα φρουστ΄
Σάββατο 1 Απριλίου 2017
Η Πρωταπριλιά στην Ελληνική Λαογραφία!
Η Πρωταπριλιά στην Ελληνική Λαογραφία!
prwtaprilia-psemmata Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος
Στη νεοελληνική λαογραφία, ο Απρίλιος έχει πολλές ονομασίες: Λέγεται Απρίλης, Ανοιχτοδέντρης, Ανθοφόρος, Αηγιωργίτης και Λαμπριάτης, επειδή μέσα στις 30 μέρες που έχει, συμπίπτουν οι μεγάλες γιορτές του Αγίου Γεωργίου και του Πάσχα. Αλλά, επειδή ο μήνας αυτός είναι ακόμη ο μήνας που φέρνει μαζί του την Άνοιξη που ανοίγουν τα φύλλα των δέντρων και τα λουλούδια ονομάστηκε Απρίλιος από το λατινικό ρήμα aperio = ανοίγω (aperio, aperire = ανοίγω), δηλαδή ο Απρίλιος είναι ο μήνας που ανοίγουν, ανθίζουν τα κλαριά και γενικά τα λουλούδια.
Κατά την πρώτη Απριλίου γίνονται τα «Πρωταπριλιάτικα γελάσματα». Το πρωταπριλιάτικο ψέμα. Το έθιμο ξεκινάει από την προχριαστιανική εποχή. Οι αρχαίοι Θρακιώτες τσοπάνηδες τις πρώτες ημέρες της ανοίξεως, είχαν τη συνήθεια να διαδίδουν ότι τάχα τους έκλεψαν τα πρόβατα. Η έννοια της «κλεψιάς» είχε μεταφορική σημασία. Με αυτό εννοούσαν, ότι, τώρα που ήρθε η Άνοιξη, τα πρόβατά τους χάνονταν στις καταπράσινες πλαγιές και τα λαγκάδια. Τους τα «έκλεβε», δηλαδή, η ακατάλυτη ομορφιά της φύσεως. Πολλοί, βέβαια, υποστηρίζουν πως τα «Πρωταπριλιάτικα ψέματα» μας ήρθαν από τη Δύση.
Αυτό, βέβαια, για μας δεν έχει σημασία. Εμείς μια φορά, ξέρουμε, ότι το έθιμο είναι του τόπου μας, όπως και τόσα άλλα γνήσια ελληνικά έθιμα, που οι ξένοι τα θεωρούν δικά τους.
Οι παλιοί Αθηναίοι, μάλιστα, είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στην… Πρωταπριλιά. Μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, έκαναν διάφορες αθώες φάρσες μεταξύ τους για να γελάσουν.
Μόνον μια φορά, ένας Αθηναίος ο Ιωάννης Πετροχείλης, για να τρομάξει τους γείτονές του, μάζεψε κρυφά, στο πίσω μέρος του σπιτιού του, κάτι άχρηστα καλύμματα από στρώματα, τα γέμισε με άχυρα, τους έβαλε φωτιά και ύστερα άρχισε να καλεί σε βοήθεια…
Οι γείτονες, όμως, που είχαν μυριστεί το παιχνίδι του τον άφησαν να φωνάζει, ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Αλλά η φωτιά απλώθηκε, φούντωσε και το αποτέλεσμα ήταν να καούν τα μισά Αναφιώτικα, αφού αποτελούνταν όλη η συνοικία από ξύλινα σπίτια.
Τα Αναφιώτικα είναι συνοικία των Αθηνών στη Βόρεια πλευρά της Ακρόπολης. Ονομάστηκε έτσι, γιατί οι πρώτοι κάτοικοι που έχτισαν σπίτια στο χώρο αυτό ήρθαν από το μικρό νησί των Κυκλάδων, που λέγεται Ανάφη. Και σήμερα έτσι ονομάζεται η συνοικία αυτή.
Αυτή είναι η πυρκαγιά της 1ης Απριλίου του 1837, που αναφέρουν στα βιβλία τους οι παλαιοί Αθηναιογράφοι.
Την πρώτη Απριλίου του 1863 αγγέλθηκε από την Αθήνα στην ελληνική παροικία του Μάντζεστερ η εκλογή του βασιλιά Γεωργίου του Α’. Το αποτέλεσμα ήταν να μη το πιστέψει κανείς, παρόλο που το τηλεγράφημα, που τους έστειλαν ήταν κατευθείαν από την Ελληνική Κυβέρνηση. Το θεώρησαν ότι ήταν πρωταπριλιάτικο ψέμα.
Γι’ αυτό και η απάντηση ήταν ανάλογη. Η παροικία του Μάντζεστερ, την ίδια μέρα έστειλε την λακωνική της απάντηση: «Και του… χρόνου με υγείαν!». Φυσικά, οι εδώ αρμόδιοι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τι εσήμαινε η απάντηση αυτή και έσπαγαν το κεφάλι τους για να καταλάβουν. Όταν, επιτέλους, μαθεύτηκε η παρεξήγηση, έπειτα από μερικές μέρες, όλη η Αθήνα γέλασε με την καρδιά της.
Τότε ακριβώς, δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό της εποχής «Πανδώρα», ένα ποίημα, που άρχιζε ως εξής: Δεν ήταν άκουσμα πλαστόν της πρώτης Απριλίου, δεν ήτο τηλεγράφημα και τούτο ομοιάζον τα όσα των διπλωματών ο κάλαμος χελυάζων τας τόσας προσδοκίας μας, να διαδίδ’ ηξίου.
Γενικά, ο Απρίλιος είναι ένας από τους ωραιότερους μήνες του χρόνου. Ανάμεσα στα άλλα καλά που έχει, η βροχή του θεωρείται πολύ ευεργετική για τις καλλιέργειες και τα χωράφια των γεωργών. Γι’ αυτό και οι γεωργοί έχουν πολλές παροιμίες: «Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά (βροχές) και ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ αυτόν το γεωργό πόχει πολλά σπαρμένα».
Και άλλη παροιμία λέει: «Τον Απρίλη η γης φουντώνει και ο ζευγάς την καμαρώνει».
Άλλη πάλι λέει: «Άσπαρτο, αν σε βρει ο Απρίλης και του χρόνου δεν θα σπείρεις». Σε κάθε περιοχή υπάρχουν πολλές και διάφορες παραδόσεις.
Ακόμα και σήμερα, σε διάφορα χωριά της Ελλάδας, πιστεύουν πως το βρόχινο νερό της Πρωταπριλιάς, κάνει καλό στους πυρετούς. Ρίχνει τον πυρετό.
Στην παλιά Αθήνα, πάλι, όταν έβρεχε την Πρωταπριλιά, οι κοπέλες μάζευαν μέσα σε ασημένια δοχεία, τα λεγόμενα ασημένια τάσια, το νερό, για να λουστούν με αυτό. Όχι μόνον έκανε τα μαλλιά μεταξένια, αλλά εξαφάνιζε και τις… ριτίδες από το πρόσωπο. Έτσι πίστευαν.
Όλο τον Απρίλιο, σε πολλά χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης, τα κορίτσια φορούσαν στο δεξί τους πόδι μια κόκκινη κορδελίτσα, οι αρραβωνιασμένες φορούσαν άσπρη κορδελίτσα, οι παντρεμένες φορούσαν μια γκρίζα ή καφέ και οι χήρες μαύρη.
Στην Κύπρο, κατά την πρώτη Απριλίου, που την λένε «Πρωτόπεφτον τ’ Απρίλη», δεν επιτρέπεται να απλώσει κανείς στον ήλιο άσπρα ρούχα, ούτε να βγάλει από το σπίτι του σιδερένιο εργαλείο. Γιατί πιστεύουν πως «αναθεμελιώνεται», δηλαδή καταστρέφεται η τύχη του σπιτιού. Την ημέρα αυτή κανείς δεν πρέπει να σκάβει τη γη γιατί «σκάβει το λάκκο του». Με άλλα λόγια, στρέφεται εναντίον της υγείας του και της προόδου του.
Σε σύγκριση με τον Μάιο «ο Απρίλης έχει τη δροσιά κι ο Μάης τα λουλούδια». Μία άλλη, όμως, παροιμία λέει: «Τριαντάφυλλα τ’ Απρίλη, σαν της κοπελιάς τα χείλη». Και μια τρίτη παροιμία συμπληρώνει: «Όλα τα ρόδα ειν’ όμορφα, μα του Απριλιού λωλαίνουν» (=τρελαίνουν)!
Γ’ αυτούς που ταξιδεύουν, λένε ότι, πριν από τις 18 Απριλίου, η θάλασσα είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μετά, όμως, υπάρχει απόλυτη σιγουριά: «Απριλίου δεκαοχτώ, νά’ χεις το μάτι σου ανοιχτό, πέρασαν οι δεκαοχτώ, άραζε και σ’ ένα αυγό». Γιατί, πραγματικά, κατά την λαϊκή μετεωρολογία, το τελευταίο όριο του χειμώνα είναι η 18η Απριλίου.
Αλλά πολύ συχνά συμβαίνει να πέσει βαρύς χειμώνας, ώστε να ψοφίσουν πάνω στην «επώαση», και οι γνωστές για την αντοχή τους πέρδικες. Γι’ αυτό και η παράδοση λέει: «Και τ’ Απριλιού τις δεκαοχτώ, πέρδικα ψόφησε στ’ αυγό».
Όπως οι Καθολικοί θεωρούν τον Μάιο ως μήνα της Παναγίας, έτσι και οι Ορθόδοξοι Έλληνες του παλαιού καιρού, της είχαν αφιερώσει τον Απρίλιο. Γι’ αυτό όλον τον Απρίλιο οι εκκλησίες ήταν ανοιχτές και ανθοστολισμένες.
Υπάρχει και ένα τραγουδάκι, που το έλεγαν οι κοπέλες, όπως γράφει η «ανθολογία δημοτικών τραγουδιών της Καρπάθου».
Παναγιά ανθοστολισμένη, Παναγίτσα του Χριστού, μικρή μάνα λυπημένη του Ιησού του γελαστού, τώρα θα χαμογελάσεις, με την πρώτη τ’ Απριλιού, Παναγίτσα του Ιησού…
Στις 23 Απριλίου η Ορθοδοξία τιμά τη μνήμη του μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου. Ο Άγιος Γεώργιος τιμάται ιδιαίτερα από τους ποιμένες και τους τσελιγκάδες. Σ’ αυτό συντέλεσε το γεγονός ότι η γιορτή συμπίπτει με την εποχή που οι ποιμένες αφήνουν τα χειμαδιά και φεύγουν για τα βουνά, που είναι τα καλοκαιρινά βοσκοτόπια τους, για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους και να τυροκομήσουν.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον Άγιο Δημήτριο 26 Οκτωβρίου, όταν ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν τα βουνά και να επιστρέψουν στα χειμαδιά.
Ο Αηγιώργης ανήκει στους δημοφιλέστερους αγίους και εορτάζεται πανηγυρικά σε όλη την Ελλάδα. Στα τραγούδια του Ελληνικού λαού ο Άγιος Γεώργιος είναι ο δρακοντοκτόνος που σκοτώνει το θεριό με το κοντάρι του, για να αφήσει το νερό της πολιτείας να τρέξει. Γι’ αυτόν το λόγο τον λατρεύουν και οι τούρκοι της Μικράς Ασίας τον Άγιο Γεώργιο. Σε νησί της Προποντίδας που υπάρχει ναός του, περιμένουν στην ουρά για να πάρουν αγίασμα, όταν γιορτάζει…
Η σπουδαία Επιστήμων Λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη στο σύγγραμμά της «Σαρακατσάνοι» (1957) γράφει: «Οι δύο μεγάλες γιορτές των Σαρακατσαναίων, του Αη – Γιώργη και του Αη – Δημητρίου… επισημαίνουν τον ποιμενικό χρόνο. Αποτελούν μία από τις ποιμενικές πρωτοχρονιές». Πραγματικά οι ποιμένες και οι τσελιγκάδες στις 23 Απριλίου ξεκινούν για τα ορεινά βοσκοτόπια του καλοκαιριού. Αντίθετα, στις 26 Οκτωβρίου εορτή του Αγίου Δημητρίου, παίρνουν το δρόμο για τους κάμπους, για τα χειμαδιά.
Υπάρχουν πολλά δημοτικά τραγούδια αφιερωμένα στον Αη – Γιώργη. Παρουσιάζεται όμορφος και χρυσοκαβαλάρης αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι και σκότωσε το θεριό, το δράκο σε ένα βαθύ πηγάδι
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016
ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016
Στιγμές του 1974
![]() |
| Μεσολόγγι 1974 Χρήστος Ακρίδας όρθιος τρίτος από δεξιά |
Το τρανζιστοράκι δεν ήταν πολυτέλεια ανάγκη ήταν για το ξενύσταγμα . Αν είχαμε μπαταρίες το κουβαλούσαμε και στα καπνοτόπια . Όταν γέμιζε η καλάθα, μαζί με την τελευταία αγκαλιά κι αυτό μέσα και από πάνω το καπνοσκούτι .
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015
Η επιστολή του Παναή στη Φρειδερίκη
| Από επίσκεψη στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας όπου νοσηλεύονταν ο Γιάννης Πανογεώργος |
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015
Ο κυρ Μίμης
Στο καφενείο μικροί μεγάλοι ήθελαν να κάτσουν μαζί του γιατί τους άρεσε ο τρόπος που μιλούσε. Αργός, βαρύς ,κοσμοπολίτικος και καλαμπουρτζής ......!
Πολύ καλαμπουρτζής ο κυρ Μίμης. Και ασυμβίβαστος. Στην Εθνική Αντίσταση όργωσε τα βουνά του Μοριά κυνηγώντας τους φασίστες κατακτητές της πατρίδας του. Μετά τον πόλεμο γύρισε όλο τον τόπο πουλώντας φανελοσώβρακα στα παζάρια . Γνώρισε τη Μάρω,την παντρεύτηκε και έκτοτε άραξε στο χωριό.
Πως να βολευτεί όμως μέσα στο σπίτι που είχε μάθει να γυρίζει όλη την Ελλάδα
Τις χρονιάρες μέρες ,όπως η πρωτοχρονιά ,το χόντρυναν λιγάκι ,για το καλό λέει .Έπαιζαν στούκι , και έκλειναν των Φώτων για να τα φωτίσουν , λέει !
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015
''ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΟΠΛΗΚΤΟΙ''
![]() |
| Στο βάθος τα δυο Ζωγραφεικα σπίτια'' Γιουργούλια'' και ''Τραχανά'' |
Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού πολλοί κάτοικοι των ορεινών χωριών όχι μόνο δεν επέστρεψαν στα χωριά τους την άνοιξη όπως το συνήθιζαν αλλά έφυγαν και αυτοί που έμειναν πίσω τον Χειμώνα.
Στο Χρυσοβέργι και στην ορεινή περιοχή του , προς την ψηλή Παναγιά, εγκαταστάθηκαν πολλοί από διάφορα χωριά της Ευρυτανίας . Στο Χάραμα ,στις Μάνες , στα Παλιοχώρια και το Άι Γιώργη Σταμνάς ήρθαν από τα Σελά .Στην Τραγάνα Σταμνάς και στο Χρυσοβέργι ήταν Τσικλιστιάνοι
Ζούσαν σε καλύβες και τουρλοκάλυβες καμωμένες με κλαδιά και ψαθιά ,αριστοτεχνικά φτιαγμένες που δεν τις πέρναγε το νερό της βροχής.
Μαρτυρίες αναφέρουν (Μήτσος Ζωγράφος ) πως στα παλιοχώρια είχαν φτιάξει στοά με κορμούς δένδρων και ήταν σκεπασμένη με κλαδιά και από πάνω πηλό.
![]() |
| Στο σημείο 0,45 του βίντεο φαίνεται το δημοτικό σχολείο και στο βάθος το ριζό |
Σχετικές πληροφορίες έδωσαν οι Χρυσοβεργιώτες Ευθύμιος Μάντης (Μάκιας) με καταγωγή από Τσεκλίστα , ο Ζωγράφος Δημήτριος ( Ντάης) Χρυσοβεργιώτης και η Πολίτη Βασιλική Του Φωτίου ,Χρυσοβεργιώτισσα με καταγωγή από Τσεκλίστα
Περιτό να πούμε πως εκτός ελαχίστων σημείων το βίντεο είναι στημένο .Δηλαδή δεν καταγράφει αλλά προπαγανδίζει. Έχει όμως ενδιαφέρον γιατί είναι ένα ντοκουμέντο !












