χρυσοβεργι123

Loading...

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Το βάψιμο των νημάτων και η προέλευση των χρωστικών ουσιών

 

 

 


Αναδημοσιεύουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση με πάρα πολλά λαογραφικά στοιχεία από το φιλικό blog http://eyrytixn.blogspot.gr/ με την αδειά του βέβαια και με τίτλο:
 '' Όταν η Φύση διδάσκει την αξιοσύνη!''

 

 


  Από το εξαιρετικό βιβλίο των κκ. Τάκη Ευθυμίου και Κανέλλου Βασίλη με τίτλο «Του Αργαλειού τα Πάθη & τα Κάλλη», το οποίο κοσμεί τη βιβλιοθήκη μας, επιλέξαμε ένα χαρακτηριστικό κεφάλαιο όπου περιγράφεται, με πραγματικά παραστατικό τρόπο, η παλιά-παραδοσιακή διαδικασία της «νηματοβαφής» από τις άξιες γυναίκες των ορεινών χωριών.  

Βαφή νημάτων


Η βαφή ή το βάψιμο των νημάτων γινόταν στο καζάνι, μέσα σε βρασμένο νερό. Έριχναν τα τσικλιά στο καζάνι, τ’ ανακάτευαν μ’ ένα ξύλο για να βαφτούν όλες οι κλωστές και αφού τα έβραζαν αρκετή ώρα, τα έβγαζαν, ξέβγαζαν σε καθαρό νερό και ύστερα τ’ άπλωναν στο φράχτη να στεγνώσουν. Το ακάθαρτο υγρό που έβγαζε το βρασμένο μαλλί δεν το έχυνε η νοικοκυρά επειδή είχε μια κολλώδη ουσία. Το μάζευε και το έριχνε μέσα στο καζάνι της βαφής για ν’ αποτελέσει τη ζύμη του βαψίματος. Τα υγρά αυτά τα έλεγαν σαριά. Όταν έβαφαν στο καζάνι
τα νήματα ή το ύφασμα με τα διάφορα φυτικά βαψίδια, το βαμμένο νερό που απόμεινε δεν το έχυναν, αλλά το κρατούσαν μήπως κάπου δεν έπιασε καλά για να το ξαναβάψουν μ’ αυτά τα αποβαψίδια. Η υφαντική ύλη προτού χρησιμοποιηθεί περνούσε από μια ειδική επεξεργασία, για το στύψιασμα, πρόσθεταν δηλαδή στύψη (διπλό θεϊκό άλας του αργιλίου και του καλίου) για να είναι στιλπνά και να μην ξεβάφουν τα νήματα. Αν δεν είχαν ξινό χρησιμοποιούσαν ζουμί από κορόμηλα, επειδή είναι ξινά. Η νηματοβαφή γινόταν μετά το γνέσιμο. Τα νήματα που έγνεθαν τα έκαναν κουβάρια και προτού τα βάψουν, τα τσίκλιαζαν, δηλαδή τα έκαναν τσικλιά με την τσικλιάστρα ή το τυλιγάδι. Αν έλειπε αυτό το εργαλείο η νοικοκυρά δεν έχανε καιρό και αφού καθόταν κάτω στο χώμα της αυλής, τύλιγε την κλωστή του κουβαριού κυκλικά στα ορθωμένα γόνατά της, φτιάχνοντας έτσι τα τσικλιά. Τσικλιά, επίσης, τύλιγαν στα τεντωμένα χέρια κάποιας άλλης νοικοκυράς.
Η επιλογή των χρωμάτων ήταν σημαντική υπόθεση. Η ρουμελιώτισσα χρησιμοποιούσε πάντα χαρούμενα χρώματα.
Το βάψιμο των νημάτων τραγουδήθηκε κι από το λαό μας. Ας δούμε πως.

«Λογιάζεται η τσούπρα μας τα χρώματα να βάψει
για να ταιριάζουνε κι αυτά στον ‘νειρεμένο νιο της.
Βάφει με σπαρτολούλουδα τα κίτρινα διπλά της,
βάφει με λαπαθόριζες τ’ ολόγλυκο κρεμέζιο,
βάφει με καρυδόφυλλα το καφετί της χρώμα».

Ακόμη η κόρη ήξερε ότι το καλό βάψιμο ματιαζόταν εύκολα, γι’ αυτό έπαιρνε προφυλάξεις, κρύβοντας τα βαμμένα νήματα, καθώς και τα βαμμένα χέρια της. Επίσης, το ξέταζαν και γι’ αυτό φρόντιζε το βάψιμο να γίνεται στο χάσιμο του φεγγαριού και όχι στη γέμιση, για να μην «κόψει» το χρώμα.


Ας δούμε τώρα πως προέρχονταν τα διάφορα χρώματα από τις φυσικές βαφές.

1)Το κόκκινο. Ήταν το αγαπημένο χρώμα των υφαντριών, για να πετύχουν αυτό το χρώμα χρησιμοποιούσαν:

- Ροδάμι πρίνου
- Αγριοκορομηλιά
- Φλούδες πλάτανου
- Πριονοκούκι, που ήταν ένα παράσιτο πάνω στο πουρνάρι
- Ριζάρι

2)Το μαύρο. Δεύτερο σε προτιμήσεις ήταν το μαύρο χρώμα. Μαύρο έβαφαν με:

- Το ξύλο του σκλήθρου και του μέλεγου.
- Καρυδότσουφλα
- Το φλοιό φτελιάς και μελιάς
- Τα φύλλα και το φλοιό της βελανιδιάς καθώς και κακατσίδες (αλεποπουρδές) βελανιδιάς.

3)Το κίτρινο. Κίτρινο έβαφαν με:

- Τα φύλλα μαύρης μουριάς και αμυγδαλιάς
- Τα φλούδια μηλιάς και κρεμμυδιού
- Λουλούδια από σπάρτο

4)Το χρώμα του σάπιου μήλου. Αυτό το χρώμα το πετύχαιναν με:

- Τα φύλλα της καρυδιάς
- Το φλοιό της άγριας μελιάς
- Τις φλούδες των ξερών κρεμμυδιών

5)Το πράσινο. Πράσινο χρώμα έβαφαν με:

- Το φυτό λαδανιά
- Μολόχα στη χάση του φεγγαριού και όχι στο γέμισμα
- Φλούδα μέλεγου

6)Το καφέ. Καφέ χρώμα έβαφαν με:

- Τις πράσινες φλούδες καρυδιών
- Το φλοιό πεύκου

7)Το μπλέ-γαλάζιο-ουρανί. Αυτές τις αποχρώσεις του μπλε τις πετύχαιναν με:

- Το λουλάκι (τροπικό ινδικό φυτό)
- Λάπατο μαζί με λουλάκι
- Σαριά, δηλαδή το νερό που είχαν ζεματίσει μέσα τα μαλλιά

8)Κανελλί. Αυτό το χρώμα το πετύχαιναν με:

- Κορμό πεύκου

9)Λαδί. Το έβαφαν με:

- Φρέσκα φύλλα μουριάς

10)Πατατί.

- Με κρεμμυδόφλουδες

11)Μπεζ. Το πετύχαιναν με:

- Ρίζες από σφερδούκλια
- Βελανίδια

12)Λιλά.

- Μαύρο κεφαλάκι από ανθισμένη παπαρούνα, στουμπισμένο στο γουδί

Τα βαμμένα νήματα τα τοποθετούσαν στην ανέμη και από κει τα μάζευαν στα μασούρια όταν το νήμα ήταν λεπτό και προοριζόταν για υφάδι και στα καλαμοκάνια όταν το νήμα προοριζόταν για στημόνι. Τα καλαμοκάνια ήταν χοντρά καλάμια με μήκος περίπου 30 πόντων, για να κάνουν απ’ αυτό το διασίδι. Τα πολύ χοντρά μάλλινα υφάδια τα τύλιγαν σε μπαμπαφίκους, δηλαδή ίσια ξυλάκια 30 πόντων, που τους περνούσαν από τις κλωστές του στημονιού, όταν ύφαιναν, σπρώχνοντάς τους με το χέρι και όχι με τη σαΐτα. Τα μασούρια ήταν λεπτά καλάμια για να χωράνε στη σαΐτα.

Είναι να απορεί κανείς και να θαυμάζει πως σοφίστηκαν όλες αυτές τις αυτοσχέδιες συνταγές βαψίματος από τη φύση, οι απλοϊκές υφάντρες των χωριών μας!"