χρυσοβεργι123

Loading...

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Ο κυρ Μίμης

Αντράκλας δυο μέτρα ο κυρ Μίμης .Αρκάς στη καταγωγή και ψηλός σαν το Ταΰγετο .  Ευθυτενής και αγέρωχος που όταν πέρναγε ίσκιωνε ο τόπος που λένε ! Αγαπητός σε  όλους ! Πολύ αγαπητός .
Στο καφενείο μικροί  μεγάλοι ήθελαν να κάτσουν μαζί του γιατί τους άρεσε ο τρόπος που μιλούσε. Αργός, βαρύς ,κοσμοπολίτικος  και  καλαμπουρτζής ......!
Πολύ καλαμπουρτζής ο κυρ Μίμης. Και ασυμβίβαστος. Στην Εθνική Αντίσταση όργωσε τα βουνά του Μοριά κυνηγώντας τους φασίστες κατακτητές της πατρίδας του. Μετά τον πόλεμο γύρισε  όλο τον τόπο πουλώντας φανελοσώβρακα στα παζάρια . Γνώρισε τη Μάρω,την παντρεύτηκε και έκτοτε άραξε στο χωριό.
Πως να βολευτεί όμως μέσα στο  σπίτι  που είχε μάθει να γυρίζει όλη την Ελλάδα
Έτσι κάθε μέρα, κατά το απόβραδο στο καφενείο του μπάρμπα Μήτρου του Μπλίκα,  μαζί με άλλους απ το χωριό ,γίνονταν παρέα και έπαιζε  τη δηλωτή του. Μετά μπύρα!
Τις χρονιάρες μέρες ,όπως η πρωτοχρονιά ,το χόντρυναν λιγάκι ,για το καλό λέει .Έπαιζαν στούκι , και έκλειναν των Φώτων για να τα φωτίσουν , λέει !

Μια φορά εκεί που έπαιζαν τριάντα ένα, λέει κάποιος από την παρέα 
 -Κάποιος καίγεται !
- Εγώ καίγομαι λέει ο κυρ Μίμης και κατεβάζει τα χαρτιά του
- Όρε κάτι μυρίζει ....Μίμη καίγεσαι ;
Κάνει έτσι ο κυρ Μίμης...Από την τσέπη του σακακιού του έβγαινε καπνός .
- Όρε καίγομαι στ΄ Αλήθεια !!!
Είχε πέσει η καύτρα του τσιγάρου του μέσα και δεν το χε πάρει χαμπάρι .

Μια άλλη φορά στην καφετέρια του Ζάχου έλεγε για τον Κολοκοτρώνη .Κάθε λίγο και λιγάκι ο Σπύρος ο Βασιλείου πετάγονταν και τον διέκοπτε .
Φόρτωνε ο κυρ Μίμης αλλά έκανε υπομονή .Μετά από λίγο πάλι πετάγονταν ο Σπύρος.
Και που λέτε παιδιά σε μια μάχη, λέει ο Κολοκοτρώνης. Που πάτε ορέ Έλληνες !
Ο κυρ Μίμης που εκτός των άλλων δεν σήκωνε  μύγα στο σπαθί του αντάριασε !  Σηκώνεται όρθιος και με ένα νεύρο λέει στο Σπύρο που ήταν στο μπόι ένα και εξήντα . 
- Ήσουνα εκεί Σπύρο Βασιλείου ή θα σου γαμήσω κάνα κώλο !
Έγινε μολόϊμα !
Είχε μια μαγεία η εποχή εκείνη στα καφενεία του χωριού .Τώρα με τον πολιτισμό της καφετέριας .... χάθηκαν οι γενιές .Μεγάλωσε το χάσμα !