χρυσοβεργι123

Loading...

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

"Τα Παγανά" . Του Κομζιά Γεωργίου δασκάλου.

Εικόνα.Καλικατζαροι.(Μουσείο Χαρακτικής Χαμπή)




Το διάστημα που μεσολαβεί από την 25η Δεκεμβρίου μέχρι και την 6η Ιανουαρίου ονομάζεται ‘’Δωδεκαήμερο ή Παγανά‘’. Από το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων βγαίνουν από τα βάθη της γης οι καλικάντζαροι, καρκαντζούλια ή Καρκάντζαλα ή ‘’Παγανά‘’. Τα λέγανε Παγανά γιατί έβγαιναν παγανιά να πιάσουν το Χριστό. Η ονομασία τους καλικάντζαρος προέρχεται από το επίθετο ‘’καλός‘’ και από το ‘’κάνθαρος‘’.  

Τα ‘’Παγανά‘’ είναι κάτι πονηρά πνεύματα, κάτι ξωτικά, κάτι τέρατα άσχημα, κάτι ειδικά δαιμόνια που εμφανίζονται μόνο κατά δωδεκαήμερο. ‘

’Έρχονται από τη γης από κάτω. Όλο το χρόνο πελεκούν με τα τσεκούρια για να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Όταν κοντεύουν να το κόψουν έρχονται τα Χριστούγεννα και ανεβαίνουν στη γη απάνω και βγαίνουν παγανιά για να πιάσουν το Χριστό. Τα Φώτα που ξαναγυρίζουν πάλι στα έγκατα της γης βρίσκουν το δέντρο να έχει ξαναγίνει και αρχίζουν πάλι απ’ την αρχή το κόψιμο‘’.

Σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη, πατέρα της Λαογραφίας, ‘’Οι καλικάντζαροι είναι πλάσματα της νεοελληνικής μυθολογίας στα οποία έδωσαν αφορμή οι μεταμφιέσεις που γίνονταν κατά το δωδεκαήμερο, επειδή οι μεταμφιεζόμενοι ενοχλούσαν και φόβιζαν τους ανθρώπους. Διάφορα όμως στοιχεία που ανάγονται στην προέλευση, στη μορφή και στην ενέργεια των δαιμόνων αυτών, καθιστούν πιθανό το συσχετισμό των καλικατζάρων με τους νεκρούς, οι οποίοι κατά την κοινή πίστη σε ορισμένη εποχή επιστρέφουν για λίγο χρόνο μεταξύ των ζωντανών‘’.

Κατά τον Γεώργιο Μέγα (1957, σελ. 38 -39) ‘’ο λαϊκός αυτός εορτασμός των Χριστουγέννων έχει πάρα πολλά κοινά σημεία με τη γιορτή των αρχαίων Αθηναίων τα Ανθεστήρια. Οι αρχαίοι Αθηναίοι πίστευαν ότι κατά τη γιορτή των Ανθεστηρίων, όταν ο Άδης ήταν ανοικτός, επανέρχονταν στον κόσμο οι ψυχές και με διάφορους τρόπους ενοχλούσαν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα δε μαγάριζαν τις τροφές. Γι’ αυτό και οι αρχαίοι Αθηναίοι περιέζωναν με κόκκινο νήμα τα ιερά δημιουργώντας έτσι ένα μαγικό κύκλο που οι ψυχές δεν μπορούσαν να υπερβούν, άλειφαν με πίσσα τις πόρτες των σπιτιών και μασούσαν από το πρωί ράμνο (είδος ακανθώδους θάμνου, ο οποίος λεγόταν και Παλίουρος κοινός παλιούρι, για να εμποδίσουν την είσοδο των ψυχών στους ναούς, τα σπίτια και τα σώματά των. Τέλος τις ξαπόστελναν λέγοντες: ‘’θύραζε, Κήρες, ουκέτ’ Ανθεστήρια! ‘’ .


Ο λαός φανταζόταν τα ‘’Πάγανα‘’ σαν μαυριδερά, ψηλά και κοκαλιάρικα κακάσχημα όντα, με ουρά και ζούφια μύτη, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου, που συνέχεια όλη την ώρα χοροπηδούσαν γκρινιάζοντας, φωνάζοντας και τραγουδώντας με διάφορες μορφές. Όργωναν τη γη από την παραμονή ίσαμε των Φώτων. Τριγύριζαν στους δρόμους, στους μύλους και έκαναν ένα σωρό τρέλες: ανέβαιναν στα κεραμίδια και έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών σε σπίτια που δεν τα είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους. Τους άρεσε να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που είχαν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λέρωναν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και άφηναν τις ακαθαρσίες τους όπου έβρισκαν. Τίποτε βέβαια δεν έκλεβαν, αλλά αναστάτωναν τόσο πολύ το σπίτι που το κάναν αγνώριστο και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά στο τζάκι. Η τροφή τους, κυρίως ακάθαρτη, ήταν σκουλήκια, βαθράκοι (=βάτραχοι), φίδια, ποντίκια κ.ά. χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποστρέφονται τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου.

Για καλό και για κακό, εκείνες τις ημέρες οι νοικοκυραίοι έφραζαν τις τρύπες των τζακιών με πανιά και με αγκάθια, έριχναν στις σκεπές των σπιτιών κλαδιά από κέδρο κι από τις παραμονές των Χριστουγέννων και τα βράδια έκαιγαν κλαδιά από κέδρο στο τζάκι, δεν άφηναν τις βαρέλες νερού έξω στα πεζούλια, γιατί θα τις μαγάριζαν τα παγανά, δεν άφηναν βλάρι στον αργαλειό για όλο το Δωδεκαήμερο, γιατί βροντούσαν όλη τη νύχτα το ξυλόχτενο, δεν άφηναν ρούχα έξω, καίγανε παλιοπάπουτσα και τα πετούσαν στην αυλή να μυρίζουν, για να μη πλησιάζουν, βάζανε κόσκινο ή σήτα στο παραθύρι να μετράνε τα παγανά τις τρύπες. Κι όσο να τελειώσουν το μέτρημα, λάλαγαν τα κοκόρια.

Οι νοικοκυρές δεν έγνεθαν γιατί τους έπαιρναν τη ρόκα.

Δεν έκοβαν ξύλα από κουφαλιάρικα δέντρα, από το φόβο μην πέσουν πάνω στα παιδιά των καλικάντζαρων και τότε τους στρώσουν στο ξύλο και τους πετάξουν στο ρέμα τα ‘’παγανά‘’.

Δε λούζονταν εκτός από τις τρεις παραμονές Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων, γιατί θα τους έπαιρναν τα μυαλά τα καλικαντζαρούδια και δεν πετούσαν τη στάχτη από το τζάκι έξω.

Τα παγανά έφευγαν με θυμίαμα, με φωτιά, με σταυρό, με το "Πιστεύω" και το "Πάτερ Ημών".

Έτσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών Φεύγουν τότε λέγοντας:

‘’Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο ζουρλόπαπας  

με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του».

Από τη παραμονή και ανήμερα των Φώτων πραγματοποιείτο καθαρμός των οικιών, των στάβλων και των χωραφιών. 

Υ.Γ. Ευχαριστούμε τον δάσκαλο και λαογράφο Γιώργο Κομζιά για την παραχώρηση του άρθρου του.




Από ‘’Τα πάγανα‘’ του Στρατή Μυριβήλη‘’

...’Από τα Γέννα ως τα Φώτα αυτή 'ταν η μυστική λαχτάρα ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους. Θα τα δούνε φέτος τα Παγανά;
Κάθε βράδι γι' αυτά μιλούσαν. Για τα συνήθια και για τα καμώματά τους. 

Η μάνα, σαν έγερναν να κοιμηθούν, έριχνε μια φούχτα αλάτι στη σκεπασμένη χόβολη. Τσατ, πατ, έσκαγε κάθε λίγο και λιγάκι τ'αλάτι, να τρομάζουν οι καλλικαντζάροι, να μη σβήνουν τη φωτιά με τον τρόπο πούξεραν. Τρόμαζαν τα Παγανά, τρόμαζαν και τα παιδιά πάνω στον ύπνο τους και ξεπετιόνταν. Πριν πέσει να κοιμηθεί στρίμωχνε και μια ρίζα αφάνες μπροστά στη σταχτοθυρίδα, μην κατεβούν και κατουρήσουν τη στάχτη κ' ύστερα λιώνουν και τρυπάνε τα ρούχα στη μπουγάδα. 
Κρέμαζαν οι γυναίκες μάτσα τρικοκκιές και γύρω στο ψωμοσάνιδο, να μη μπορούν να μαγαρίσουν τη ζυμωσιά. 
Όμως κάποιο βράδυ έρχονται πλια οι Καλλικαντζάροι, και μάλιστα με τον πιο πίσημον τρόπο. 
Κει που καθόντανε κουλουριασμένα τα παιδιά μέσα στο παραγώνι κι άκουγαν νυσταγμένα τα παραμύθια της γριάς, πατημασιές έτριζαν πάνω στο χιονισμένο δώμα, γέλια πνιγμένα και μικρά ουρλιαχτά. 
Κόβονταν τότε στη μέση οι κουβέντες, οι καρδιές χτυπούσαν με λαχτάρα, τα μάτια καρφώνονταν στο ταβάνι. 
-Αυτοί είναι, μάνα! 
Τα παιδιά πετάγονταν έξω από το παραγώνο, χλωμά-θειαφοκέρι. 
-Εμ, Αυτοί θάναι, έλεγαν οι μεγάλοι, και κοιτάζονταν με νόημα. Ποιός άλλος, μέρες πούναι! 
Είτανε αλήθεια οι Καλλικαντζάροι. 
Σε λίγο γινόταν μια μικρή φασαρία από σιδερικά εκεί ψηλά, μέσα στα μαύρα βάθια της καμινάδας. Τσάγκα, τσούγκα! Οι καπνιές πλια μαδούσαν και πέφτανε πάνω στα κούτσουρα, και σε λίγο να και κατέβαινε σιγά-σιγά ένα λανάρι κρεμασμένο από ψιλό σκοινί. Το λανάρι κουνιότανε πέρα-δώθε πάνω από τη φωτιά, και μεσ' από την καμινάδα ακούγονταν οι Καλλικαντζάροι που τραγουδούσαν το τραγούδι τους: 
Λαγκούρ, λουγκούρ τα λανάρια 
του παπά τα καλεντάρια! 
Για μια πίτα με τυρί 
για σαράντα σαραϊλί! 
Είτανε κάτι που δε λέγεται το τί νιώθαν οι μικροί. Μια γλυκιά φρίκη έτρεχε μέσα στα φυλλοκάρδια, στύλωναν τα μάτια, κ' η καρδιά χτυπούσε να σπάσει. 
Η μάνα πήγαινε έφερνε τυρόπιτα και την κάρφωνε στα καρφιά του λαναριού. Που να βρεθούν "σαράντα σαραϊλί" στο φτωχικό τους. 
Οι Καλλικάντζαροι ανασέρνανε πάλι το λανάρι, και πριν να φύγουν κατέβαινε ακόμη μια φορά η φωνή τους μέσ' από τον μπουχαρή. 
-Και του χρόνου Χριστιανοί! 
-Αμήν! έλεγαν σοβαρά, σιγανά όλοι οι μεγάλοι. Και του χρόνου νάμαστε γεροί ...‘’